Οι ρεματιές των ποταμών κομματιασμένους πάγους.
Και τι για τάστρα θένα πω, και τι για τα δρολάπια
Του χινοπώρου; Τι γι' αυτά που πρέπει να προσέχουν
Οι ανθρώποι, σα γένονται μικρότερες οι μέρες
Κ' οι ζέστες μαλακώτερες; ή τον καιρό που φεύγει
Η άνοιξη η βρεχάμενη και σαν αναγριτσιάζει
Τ' αστακωμένο γέννημα στους κάμπους και φουσκόνουν
Στο φλέστρο τους το πράσινο γαλατερά τα στάρια;
Εγώ συχνά, κι' αφού ο γεωργός επήρε στα χωράφια
Τα κίτρινα το θεριστή, κι' αφού είχε σπάσει κι' όλας
Κριθάρια απ' τα λιγάθινα τα φλέστρα, των ανέμων
Είδα παντούθε ορμητικά ν' ανταμωθούν οι αμάχες,
Που αναπελλούσαν τα σπαρτά τα πολυβαρεμένα
Από τα βάθη, ξίριζα, ταψήλου ρίχνοντάς τα. —
Με μαύρο ανεμοστρούφουλα τανάλαφρο το φλέστρο
Και το πετούμενο άχυρο παίρνει ο χειμώνας όμοια. —
Πλήθος αρίφνητο νερά συχνά πλακόνουν κι' όλας
Τον ουρανό, και τάσκημο δρολάπι κουλουμόνουν
Γνέφια, που από το πέλαγο μαζεύονται γιομάτα
Μαύρες βροχάδες, και κυλά ο τρίψηλος αιθέρας,
Και τα χαρούμενα σπαρτά και των βωδιών οι κόποι
Σαχλιάζουν στα δαρτά νερά, γιομίζουν τα χαντάκια,
Φουσκόνουν στο κρεββάτι τους οι ποταμοί βροντώντας,
Κ' η θάλασσα με τ' αφριστά τα κύματά της βράζει.
Ο Δίας με χέρι αστραφτερό μες των γνεφιών το σκότος
Ρίχνει τ' αστραποπέλεκο. Τη γης την τρισμεγάλη
Σεισμός ταράζει· εχάθηκαν τ' αγρίμια· και στον κόσμο
Δειλιάζει τρόμος ταπεινός τ' ανθρώπινα τα σπλάχνα.
Αυτός με βόλι φλογερό τον Άθο ή τη Ροδόπη
Ή τα Κεραύνια τα ψηλά χτυπά· διπλόνει ο Νότος,
Ως κ' οι βροχάδες οι πυκνές· και τώρα κλαιν τα δάσα.
Και τώρα κλαίνε κ' οι γυαλοί για τ' απεικά φυσούνια.
Αυτό φοβούμενος κ' εσύ θένα τηράς τους μήνες
Και τους πλανήτες τουρανού και που του Κρόνου τάστρο
Αποτραβιέται το ψυχρό, κ' η φλόγα της Κυλλήνης
Με τι περιγυρίσματα στον ουρανό πλανιέται.
Το πρώτο απ' όλα τους θεούς θένα τιμάς και κάθε
Χρονιά θα κάνεις της τρανής της Δήμητρας θυσίες.
Στο χόρτο το γελάμενο προσφέρνοντάς τες πάντα.
Σύντα σωθούν της χειμωνιάς οι τελευταίες ημέρες
Κι' αρχίσει κι' όλας η άνοιξη με τες καλοκαιρίες.
Παχειά είνε τότες και ταρνιά, καλότατα τ' ακράτα,
Τότες κ' οι ύπνοι είνε γλυκοί κ' οι ισκιές πυκνές στα όρη.
Για σε ας τιμά τη Δήμητρα του κάμπου η νεολαία
Όλη, και συ για λόγου της ας λυώνεις τες κηρήθρες
Στο γάλα και στο νόστιμο το χάρισμα του Βάκχου·
Και τρεις φορές ολόγυρα στους νέους καρπούς ας έρθει
Το θύμα το ευτυχιστικό που θα το συνοδεύουν
Σύντροφοι αναγαλλιάζοντας κι' όλοι οι τραγουδιστάδες
Με τες φωνές τους κράζοντας τη Δήμητρα στα σπίτια.
Και κόσσα κάτου απ' τώριμο ταστάκι ας μην ποθώσει
Κανείς, α για τη Δήμητρα δε στεφανώσει πρώτα
Με ιδρύ πλεχτό το μέτωπο κι' ανίσως πριν δεν κάμει
Ασύστατα κουνήματα κι' α δεν ειπεί τραγούδια.
Για να μπορούμε κι' όλα εμείς με θετικά σημεία,
Τούτα να προγνωρίζουμε: κάψες, βροχές και ανέμους
Που τες κρύαδες οδηγούν, εδιόρισε ο πατέρας
Ο Δίας τι το μηνιάτικο φεγγάρι θα ορμηνεύει,
Με τι άστρο πέφτουν οι νότιες, συχνά τι βλέπει ο εργάτης
Τόμου κρατεί σιμώτερα στους σταύλους τα κοπάδια.
Αμέσως σα θα σηκωθούν ανεμικές ή αρχίζει
Ανήσυχο το μάμαλο της άρμης να φουσκόνει,
Και στα ψηλότερα βουνά ν' ακούγεται ένας κρότος
Ξερός, ή ανακατόνονται στα μακρυνά αντηχώντας
Οι ακρογιαλιές και του δρυμού περσεύει το μουρμούρι.
Και μεταβιάς ταπόζαβα σκαριά φυλάει το κύμα.
Τόμου γοργά οι βουτουναριές πετούν από τη μέση
Της θάλασσας και στους γιαλούς τα κράσματά τους φέρνουν,
Παίζουν στην ξέρη οι κόλυμποι και παραιτούν τες λίμνες
Τες γνωρισμένες οι ρωδιοί στα σύγνεφα πετώντας.
Σαν περιμένονται άνεμοι συχνά θα βλέπεις κι' όλας
Άστρα να χύνονται μ' ορμή, και στης νυχτός το σκότος
Οπίσω τους ν' ασπρολογούν μακρές αράδες φλόγας·
Συχνά ν' αεροστέκονται και τα πεσμένα φύλλα
Και τάχυρο τανάλαφρο, και στων νερών την όψη
Να παιγνιδούν πλεούμενα φτερά. Μα σαν αστράφτει
Από το μέρος τ' αγροικού Βορηά και σα βροντάει
Του Εύρου και του Ζέφυρου το σπίτι, τότε οι κάμποι
Έπλεξαν, πες, μ' ολόγιομες τες σούδες κι' όλοι οι ναύτες
Στη θάλασσα το ογρό παννί μαζεύουν. Και ποτέ της
Ανειδοποίητα η βροχή δεν έβλαψε: ή τη φεύγουν,
Όταν ανασηκόνεται, τανάερα τα γεράνια
Στες λαγγαδιές τες χαμηλές, ή μ' ανοιχτά ταρθούνια
Κοιτάζοντας τον ουρανό ρουφά η δαμάλα αέρα,
Ή γύρου στα λιμνιά πετά λαλώντας χελιδόνι
Και οι βαθρακοί το μάλωμα ταρχαίο στο βάλτο ψάλλουν·
Κι' απ' το γιατάκι το κρουφό βγάζει συχνά τ' αυγά του,
Περνώντας πάντα στο στενό στρατί του το μερμήγκι,
Κ' η δόξα πίνει το νερό, κ' οι κόρακες φουσάτο,
Γυρίζοντας από βοσκή, σαν το μεγάλο ασκέρι,
Με τες φτερούγες άκοπα πολλήν αντάρα κάνουν.
Τα διάφορα πετούμενα της θάλασσας κ' εκείνα
Που περπελλούν στ' ανάλατα βιβάρια του Καΰστρου,
Ολόγυρα από τ' Ασιακά λιβάδια, θένα βλέπεις
Να χύνουν άφτονες βροχές στους νώμους τους με ζήλο.
Και πότε το κεφάλι τους στα κύματα να γδόνουν.
Πότε να τρέχουν στα νερά, και πάλι θα τα βλέπεις
Να λαχταράν το βιαστικό το λούσιμο τουκάκου.
Κράζει βροχάδες κ' η μιαρή κουρούνα με την πλέρια
Φωνή και μόνη στο στεγνό ακρογιαλι σεργιανάει.
Και μάλιστα κ' οι κορασιές που το μαλλί τη νύχτα
Γρένουν, γνωρίζουν τον καιρό τον άσκημο σα βλέπουν
Το λάδι να σπιθοβολά στον αναμμένο λύχνο
Και να μορφόνονται σαπρές καψάθρες στο φυτίλι.
Κι' απ' τη βροχή θε να μπορείς τες ξαστεριές που αρχίζουν
Και τες λιακάδες να προϊδείς κι' από σημάδια βέβαια
Να τες γνωρίζεις: επειδή των άστρων τότε η λάμψη
Δε θένα φαίνεται θαμπή· σα βγαίνει το φεγγάρι
Στην κοκκινάδα του αδερφού δε θάνε υποταγμένο·
Δε θα γυρίζουν σύγνεφα ψιλά σαν αρνοπόκια
Στόν ουρανό· και στους γιαλούς, στο χλιαρό τον ήλιο,
Δε θε ν' ανοίγει τα φτερά ταγαπημένο το όρνιο
Της Θέτιδας, και να σκορπούν δε θα θυμούνται οι χοίροι
Τάδετα τα χερόβολα με τ' άπαστρό τους στόμα.
Μα τότες πέφτουν χαμηλά τα γνέφια και στον κάμπο
Απλόνονται· και βλέποντας το κάθισμα του ήλιου,
Απ' την ψηλότερη κορφή, τουκάκου η κουκκουβάγια
Τα βραδιανά τραγούδια της αρχίζει. Ξαναφαίνει
Ο Νίσος ψηλοπέταχτος στον καθαρόν αέρα
Κ' η Σκύλλα για την πορφυρή την κόμη τιμωριέται.
Όπου κι' α σκίζει φεύγοντας εκείνη τον αιθέρα
Τον αλαφρό, νάτος ο οχτρός, ο φοβερός ο Νίσος,
Με σαλαγή την κυνηγά μεγάλη μες τες αύρες·
Κ' εκεί που ο Νίσος χύνεται στες αύρες, φεύγει εκείνη
Γοργά και σκίζει το φτερό τον αλαφρόν αιθέρα.
Τότες τρεις τέσσερις φορές από το στενεμένο
Λαρούγγι τους οι κόρακες φωνές καθάριες βγάζουν,
Και στες ψηλές τους τες μονιές, δεν ξέρω για ποια γλύκα,
Καλόρεχτοι περσότερο παρά όσο συνειθίζουν
Μέσα στα φύλλα αλλήλως τους συχνά κάνουν αντάρες,
Και ξαναβλέπουν με χαρές, σαν παύουν οι βροχάδες,
Τανήλικα τα τέκνα τους και τη γλυκειά φωλιά τους.
Και δεν πιστεύω αληθινά πώς θεϊκιά έχουν φύση,
Ή γνώση των μελλάμενων περσότερη, μα βέβαια.
Σαν οι φουρτούνες κ' οι άστατες νοτιές το δρόμο αλλάξουν
Κι' όταν ο Δίας ο βροχερνός πυκνώσει με τους Νότους
Όσα ήταν λίγο πριν αρηά και ξαναρηώσει όσα ήταν
Πυκνά, τα είδη των ορμών αλλάζουν και στα στήθια
Τώρα άλλα ακούν κουνήματα, κι' άλλα σαν οι ανέμοι
Τα γνέφια έφερναν. Των πουλιών εδώθε οι τραγουδίες
Στους κάμπους, και τα γελαστά κοπάδια, κ' οι κοράκοι
Που σκούζουν με το λάρυγγα κι' από χαρά αλαλάζουν.
Μα κι' αν τηράς το γλίγωρον τον ήλιο ή τα φεγγάρια,
Που ξακλουθιώνται ταχτικά, δε θένα σε γελάει
Καμία φορά το αντίμερο και δε θα σε ξαφνίσουν
Οι δόλοι ξάστερης νυχτός. Ανίσως το φεγγάρι,
Σα συμμαζεύει στην αρχή τες στιες που ξαναγέρνουν,
Μαύρον αέρα περικλεί στάφεγγα κέρατά του,
Βροχάδες για το πέλαγο και για τους δουλευτάδες
Μεγάλες ετοιμάζονται. Μα ανίσως κοκκινάδες
Του χύνονται στο πρόσωπο παρθενικές, αέρας
Θε νάρθει. Η Φοίβη πάντα της μ' αέρες κοκκινίζει.
Αν το εναντίο την τέταρτην ημέρα (γιατί αυτή είνε
Η θετικώτερη πηγή) στον ουρανό διαβαίνει
Καθάριο και με μυτερά τα κέρατα, όλη η μέρα
Εκείνη, κι' όσες από αυτήν γεννιώνται, ως να τελειώσει
Ο μήνας, θάνε ανίδεες από βροχή κι' ανέμους,
Κι' άβλαβοι οι ναύτες στους γιαλούς τα τάματα θα πάρουν
Στο Μελικέρτη της Ινώς, στο Γλαύκο, στην Πανόπεια.
Κι' ο ήλιος θα σου προβοδά σημάδια, σαν προβάλλει
Κι' όταν στο κύμα κρούβεται· τον ήλιο συντροφεύουν
Σημάδια θετικώτατα· και μέρος τους μαζή του
Εκείνος φέρνει την αυγή κι' άλλα σα βγαίνουν τάστρα.
Όταν αυτός, σε σύγνεφο κρουμμένος, με κουκκίδες
Το πρώτο του τ' ασήκωμα πλουμίζει και τη μέση
Του δισκαριού του ανατραβά, βροχές θε να υποψιάσεις,
Τι βλαβερός για τα σπαρτά, τα ζα, τα δέντρα ο Νότος
Πλακόνει από το πέλαγο. Κι' όταν, σαν ξημερόνει,
Μέσα στα γνέφια τα πυκνά ξαστράφτουν πλήθιες λάμψες,
Κι' όταν αχνή προβάλλει η Αυγή την κλίνη παραιτώντας
Την κίτρινη του Τιθωνού, άχ κακοδιαφεντεύει
Τότες το κλήμα τώριμο σταφύλι του· βροντώντας
Πλήθιο χαλάζι τρομερό χοροπηδά στες σκέπες.
Κι' όταν, σαν περιδιάβηκε τον ουρανό, μισεύει,
Σου αξίζει περισσότερο και τούτο να θυμάσαι,
Γιατί συχνά τα διάφορα χρώματα να πλανιώνται
Στο πρόσωπό του βλέπουμε: δηλοί βροχές το μαύρο,
Σιρόκους το κοκκινωπό σα στια, μα το εναντίο,
Α με τη στια τη λαμπερή να σμίγουν και κηλίδες
Αρχίζουν, τότες θένα ιδείς τα πάντα ν' αναβράζουν
Με αέρες και με σύγνεφα. Κανείς αυτήν τη νύχτα
Να ταξιδεύω πέλαγα δε θένα με ορμηνέψει,
Ή να ξεσπάσω από τη γης του καραβιού τον κάβο.
Μα αν είνε ο δίσκος φωτεινός, σαν την ημέρα φέρνει,
Ή κρούβει εκείνην που έφερε, θα σκιάζεσαι του κάκου
Κατακλυσμούς, και θένα ιδείς τα δάσα να κινιώνται
Με τον καθάριο το βορηά. Και τέλος τι θα φέρει
Ταπόβραδο και τι ο Νοτιάς ο ογρός στο νου του βάζει,
Και πούθε ο αέρας σύγνεφα καλοκαιρίας θα φέρει,
Ο ήλιος δείχνει· ποιος τολμά τον ήλιο να πει ψεύτη;
Συχνορμηνεύει κι' όλα αυτός πως μυστικές αντάρες
Βράζουν κι' απάτες και κρουφοί πολέμοι αναφουσκόνουν.
Αυτός, κι' όταν ο Καίσαρας ετέλειωσε, τη Ρώμη
Λυπήθηκε, αφού εσκέπασε τ' αστραφτερό κεφάλι
Μ' άφεγγη σιδεροσκουριά και μ' αναιώνια νύχτα
Ο ίδιος εφοβέρισε τα βλάστημα τα χρόνια.
Κι' όμως σ' εκείνον τον καιρό κ' οι θάλασσες κ' οι ξέρες,
Και τα όρνια τα πειραχτικά κ' οι βρωμερές οι σκύλες
Επρομηνούσαν το κακό. Πόσες φορές την Αίτνα,
Που τανοιχτά καμίνια της εκυματοβολούσαν,
Τη βλέπαμε στου Κύκλωπα τους κάμπους να ξεβράζει,
Και σφαίρες φλόγας και λυωτά λιθάρια να κυλάει;
Κι' αχούς αρμάτων άκουσε στους ουρανούς ολούθε
Η Γερμανία, κ' ετάραξαν σεισμοί σπάνιοι τες Άλπες,
Κι' αγρίκησε απεικιά φωνή σταμίλητα ρουμάνια
Ο κόσμος, κ' ίσκιους έβλεπε τες νύχτες στα σκοτάδια,
Τόσο χλωμούς που εξένιζε· κ' εμίλησαν τα ζώα,
(Ω θάμασμα)· και σταματούν οι ποταμοί και χάσκει
Η γης· και μέσα στους ναούς το φίλντισι θλιμμένο
Δακρύζει και το χάλκωμα νοτεύει από τον ίδρο.
Και πλημμυρίζει ο Ηριδανός, των ποταμών ο ρήγας,
Τα δάσα στραγγουλίζοντας με μανιακή ρουφήχτρα
Και τα κοπάδια σύσταυλα παντού στους κάμπους φέρνει.
Δεν έπαψαν να φαίνονται στα σκούτουφλα τα σπλάχνα
Νευρούδια που εφοβέριζαν, δεν έπαψε να βγαίνει
Συναίμα από τα βρυσικά πηγάδια και τη νύχτα
Από τους λύκους που ούρλιαζαν ν' αντιλαλούν οι χώρες.
Άλλες φορές περσότερα βόλια δεν έχουν πέσει
Από τον ξάστερο ουρανό και δεν εφλογιστήκαν
Τόσοι κομήτες άραχνοι. Γι' αυτό ξανάειδαν πάλι
Οι Φίλιπποι ν' ανταμωθούν, αλλήλως τους ενάντια,
Όμοια φορώντας άρματα τ' ασκέρια των Ρωμαίων·
Κ' οι αθάνατοι δεν έκριναν άπρεπο να παχύνουν
Την Ημαθία δυο φορές και τανοιχτά λιβάδια
Του Αίμου με το αίμα μας. Σταλήθεια θάρθει η ώρα,
Που αναγυρίζοντας τη γης με το γυρτό το αλέτρι,
Ο ζευγουλάτης θένα βρει ξιφάρια φαγωμένα
Από τη σκουριά τη ροβή. Με τες βαρειές αξίνες
Κούφια μουριόνια θα χτυπά, και κόκκαλα τεράστια
Στανασκαμμένα μνήματα με θαμασμό θα βλέπει.
Ω πατρικοί ντόπιοι θεοί, και Ρώμυλε και Εστία
Μητέρα που τον Τίβερη φυλάς και τα Παλάτια
Της Ρώμης, μη μποδίσετε τουλάχιστο το νέο
Τούτον εδώ τανάποδα τα χρόνια να συντρέξει!
Από καιρούς τώρα αρκετά ξεπλύναμε στο αίμα
Της Τροίας της Λαομεδοντικής τους άδικους τους όρκους,
Από καιρούς μας σε φτονούν, ω Καίσαρα, του Ολύμπου
Τα ανάχτορα και κλαίονται, πώς έχεις έγνοια ακόμα
Για τους θριάμβους των θνητών, που για κεινούς το δίκιο
Αλλάχτηκε και τ' άδικο: κ' ήρθαν στον κόσμο τόσοι
Πόλεμοι και τα κρίματα τόσες μορφές ελάβαν.
Ούτε ένας, καθώς πρέπεται, τ' αλέτρι δεν τιμάει,
Στρατιώτες σέρνονται οι γεωργοί, χερσόνουν τα χωράφια,
Και λυόνονται τα γυριστά δρεπάνια για να γένουν
Σκληρά σπαθιά. Από δώ κινά τον πόλεμον ο Ευφράτης,
Η Γερμανία από τα εκεί· και τάρματα σηκόνουν
Οι χώρες οι γειτόνισσες χαλώντας τες συνθήκες.
Και ανεύλαβος λυσσομανά σ' όλον τον κόσμο ο Άρης,
Καθώς, όταν τα τέθριππα χυθούν από το κλείσμα,
Περσεύουν πάντα την ορμή, και τον αμαξολάτη,
Οπού του κάκου ανατραβά τα γκέμια, συνεπαίρνουν
Ταλόγατα και στα λουριά δεν πείθεται τ' αμάξι.
Бесплатно
Установите приложение, чтобы читать эту книгу бесплатно
О проекте
О подписке